Πόσο εύκολο είναι για έναν άνθρωπο να Ζήσει; Οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του είναι η παιδική ηλικία. Όχι μόνο λόγω της αγνότητας ή της παιδικής φαντασίας, αλλά λόγω της άγνοιας και του «ακαταλόγιστου» που αυτή συνεπάγεται. Με την είσοδο στην εφηβεία, το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει και να μαθαίνει, συνεπώς και να χάνει την πολυπόθητη αθωότητα. Αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, ότι ο «θεός» δεν πρόκειται να τον προστατέψει από κάθε είδους κακό, ότι οι γονείς του δεν αποτελούν μορφές εκκοσμικευμένου αγίου και ότι στο εξής τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο ∙ για να έχεις κάτι πρέπει να παλέψεις γι’αυτό! Τελειώνει το σχολείο ,και «θεού» θέλοντος και «εαυτού επιτρέποντος», ο νέος ,πια, εισέρχεται σε ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα που τον ενδιαφέρει. Τότε ξεκινάει και η διαδικασία της απομυθοποίησης. Περίμενε και προετοιμαζόταν επί δεκατέσσερα σχολικά έτη για να παρουσιαστεί στην κοινωνία και να ξεκινήσει η ζωή του, αλλά συνειδητοποιεί ότι η «αίθουσα αναμονής» τον έμαθε να είναι άνθρωπος για να αποκτηνωθεί «εισερχόμενος» στη Ζωή. Συνεχίζει, όμως, και σπουδάζει τέσσερα ή έξι χρόνια θεωρώντας ότι εκείνος δεν είναι και δεν θα γίνει σαν τους άλλους, τους πνευματικά, ηθικά και συναισθηματικά «πληβείους». Εμμένει στις απόψεις του, και τις υποστηρίζει με ειλικρίνεια απορρίπτοντας κάθε προκατάληψη, δεν απαρνείται την ιδεολογία του για το οικονομικό ή το επαγγελματικό του συμφέρον. Προτεραιότητά του να παραμείνει ειλικρινής και γνήσιος με τον εαυτό του. Την ίδια στιγμή, όμως παρατηρεί ότι αρχίζει να νιώθει ανταγωνισμό με τους συμφοιτητές του, ή να αδιαφορεί για τους επαίτες στους δρόμους της Αθήνας αποστρέφοντας το βλέμμα του κάθε φορά που τυχαίνει να βρίσκονται στο δρόμο του, ανάγοντάς τους μάλιστα σε απατεώνες για να καθησυχάσει την, ακόμα διαμαρτυρόμενη, συνείδησή του. Με το τέλος των σπουδών ξεκινάει ο πραγματικός αγώνας, ο αγώνας της επιβίωσης. Επιβίωση από την αναξιοκρατία, την ημιμάθεια, τη λογοκρισία, το μακαρθισμό, την κυριαρχία του νεποτισμού, αλλά κυρίως από την αποδοχή και το συμβιβασμό με όλα τα παραπάνω. Τελικά, αν είναι «τυχερός» καταφέρνει να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή επαγγελματική θέση, αγωνιώντας πλέον μόνο για το μηνιαίο μισθό, και για το ασφαλιστικό, ενώ θεωρεί μη κερδοφόρο και ουτοπικό να ασχολείται με «πομφόλυγες», όπως το δίκαιο, η ανθρωπιά, η ταύτιση του φαίνεσθαι με το είναι, αλλά και η διατήρηση ενός «είναι».
Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη σταδιακή αλλαγή, είναι, αν όχι ευτυχισμένος, τουλάχιστον ευχαριστημένος, οι υπόλοιποι είναι μονίμως οργισμένοι, που δέχτηκαν, με την αδιαφορία τους και την απάθειά τους, να γίνουν ανδρείκελα ενός συστήματος, που όλοι το κατακρίνουν και όλοι εν τέλει το αποδέχονται. Σκλάβοι του ίδιου τους του εαυτού, ενός «εαυτού» κίβδηλου και διεφθαρμένου, που στο τέλος της Ημέρας ερωτεύεται τον ίδιο του το βιαστή, και μεταμορφώνεται για χάρη του σε έναν απλό οργανισμό-ξενιστή, χάνοντας κάθε χαρακτηριστικό που τον ενέτασσε στην κατηγορία Άνθρωπος.
Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη σταδιακή αλλαγή, είναι, αν όχι ευτυχισμένος, τουλάχιστον ευχαριστημένος, οι υπόλοιποι είναι μονίμως οργισμένοι, που δέχτηκαν, με την αδιαφορία τους και την απάθειά τους, να γίνουν ανδρείκελα ενός συστήματος, που όλοι το κατακρίνουν και όλοι εν τέλει το αποδέχονται. Σκλάβοι του ίδιου τους του εαυτού, ενός «εαυτού» κίβδηλου και διεφθαρμένου, που στο τέλος της Ημέρας ερωτεύεται τον ίδιο του το βιαστή, και μεταμορφώνεται για χάρη του σε έναν απλό οργανισμό-ξενιστή, χάνοντας κάθε χαρακτηριστικό που τον ενέτασσε στην κατηγορία Άνθρωπος.

