Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

ΑΡΘΡΟ Νο 5

Πολύ πριν εμφανιστεί ο καταναλωτισμός και αρχίσουν οι άνθρωποι να τοποθετούν ταμπέλες σε όλα τα πράγματα -υλικά και άυλα- για να τα απενοχοποιούν ή να τα οικειοποιούνται, υπήρχε η μέθοδος των «ταμπού»∙ θεωρούσαν κάποια πράγματα απαγορευμένα προς συζήτηση, οπότε το κοινωνικό equilibrium δε διαταράσσετο. Με αυτό τον τρόπο ήταν ευχαριστημένες και οι ανώτερες τάξεις γιατί δεν ήταν υποχρεωμένες να συζητήσουν «άβολα» θέματα, αλλά και οι κατώτερες που ένιωθαν ένα είδος ασφάλειας λόγω των περιορισμών.
Σήμερα τα ίδια αποτελέσματα επιτυγχάνονται με την τοποθέτηση ετικετών, που άλλοτε λειτουργούν με το μηχανισμό του εξευμενισμού των αρχαίων και άλλοτε με το μηχανισμό της προπαγάνδας. Βαφτίζουμε τους αριστερούς δημοκράτες, τους δεξιούς τεχνοκράτες, τους αναρχικούς τρομοκράτες, τους φιλοπάτριδες εθνικιστές, τους προδότες φιλελεύθερους, και τους δικτατορικούς νόμους πατριωτικούς. Το χειρότερο όμως είναι ότι καταλήγουμε να πιστεύουμε το όνομα και όχι την ουσία… Ο Σαίξπηρ στο Ρωμαίο και την Ιουλιέτα λέει : «Ποια αξία έχει ένα όνομα; ό,τι τώρα ονομάζουμε ‘ρόδο’ δεν θα ευωδίαζε το ίδιο γλυκά με όποια άλλη λέξη κι αν το λέγαμε;»
Και όμως ζούμε στην εποχή που ο καθένας έχει το αναφαίρετο δικαίωμα του λεκτικού αυτοπροσδιορισμού, χωρίς καμία αντιστοιχία στην πραγματικότητα, σαν μια παραχώρηση ελευθερίας των εχόντων την εξουσία προς όλους εμάς, για να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε στη σύγχρονη μασκαράτα, πιστεύοντας φυσικά ,αδαώς, ότι είμαστε κύριοι του εαυτού μας.
Είτε κάποιος δουλεύει πολύ, είτε διασκεδάζει πολύ, αλλοτριώνεται και συνεχίζει απλά να υπάρχει εξασφαλίζοντας για τον εαυτό του ικανοποίηση, αλλά αδιαφορώντας ταυτόχρονα για όλη την υπόλοιπη κοινωνία, τον κόσμο, την ίδια τη ζωή. Οι λιγοστοί άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να σκέφτονται και την τόλμη να εκφράζουν τις σκέψεις τους είτε δε γίνονται κατανοητοί, είτε αντιμετωπίζονται όπως οι γελωτοποιοί στην αυλή του βασιλιά.
Είμαστε δεσμώτες της ίδιας μας της ζωής, που στην αρχή την επιλέξαμε, αλλά που όπως και στο μύθο του Ηρός του Πλάτωνα, μετά ήμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε συμβιβαζόμενοι με την ίδια μας την επιλογή. Εθελοτυφλούμε μπροστά στα σημαντικά γεγονότα και κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις μεγάλες αλήθειες, ενσαρκώνοντας τον τυφλό του Μαρκησίου Ντε Σαντ ∙ μόνοι μας δένουμε τον επίδεσμο στα μάτια μας. Ξεχνάμε ποιοι είμαστε γιατί έχουμε βυθιστεί στη λήθη, η ταυτότητά μας είναι η μνήμη μας. Γινόμαστε ο αριθμός της φορολογικής μας δήλωσης, του φοιτητικού μας μητρώου, του διαβατηρίου μας.
Πλέον η ήττα του σύγχρονου ανθρώπου δεν έγκειται στο να πιστέψει ότι ο πόλεμος στο Ιράκ έγινε για την απελευθέρωση των πολιτών του από το δυνάστη Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά στο να πιστέψει, ή καλύτερα να νιώσει αδύναμος. Αδύναμος να αντιδράσει, να βοηθήσει, να πράξει…
Έχουν περάσει 38 χρόνια από το Woodstock, την τελευταία μαζική, πολιτικά και όχι κομματικά συνειδητοποιημένη αντίδραση ανθρώπων. Και γι’αυτή όμως, έπρεπε να έχει προηγηθεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος για να έρθουν τα παιδιά που μεγάλωσαν στην προβληματική μεταπολεμική κοινωνία να υποστηρίξουν τα δικαιώματά τους και τα πιστεύω τους. Ίσως, από την άλλη, γι’αυτό και το Woodstock έμεινε στην ιστορία, γιατί ήταν μοναδικό και ανεπανάληπτο. Μπορεί, απλά, ο Νεύτωνας να είχε άδικο ∙ η δράση ίσως να μην ακολουθείται απαραίτητα από αντίδραση, αλλά και αν ακόμα ακολουθείται να μην πονάει εξίσου…